Η εκτίναξη του κόστους θέρμανσης αναδεικνύει την αναγκαιότητα ύπαρξης θερμομόνωσης στα κτίρια.

Όταν το κόστος της κατεξοχήν ενεργειακής πηγής, του πετρελαίου, άρχισε να μεγαλώνει, η κατανάλωση ενέργειας άρχισε να αποτελεί πρόβλημα και η σημασία της θερμομόνωσης να γίνεται ουσιαστική.

Με την εφαρμογή της θερμομόνωσης στο κέλυφος του κτιρίου επιτυγχάνεται μείωση της ταχύτητας ροής θερμότητας από το θερμότερο εσωτερικό χώρο προς το περιβάλλον το χειμώνα, αλλά και το καλοκαίρι από το θερμό εξωτερικό χώρο προς το δροσερό εσωτερικό του κτιρίου.

Στην Ελλάδα το 1979 ψηφίστηκε ο Κανονισμός Θερμομόνωσης Κτιρίων (ΚΘΚ), σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου τα κτίρια έπρεπε να έχουν την απαιτούμενη μόνωση στο εξωτερικό κέλυφος.

Ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε το 2010 από τον ΚΕΝΑΚ, με τον οποίο “θεσμοθετείται ο ολοκληρωμένος ενεργειακός σχεδιασμός στον κτιριακό τομέα με σκοπό τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσής των κτιρίων, την εξοικονόμηση ενέργειας και την προστασία του περιβάλλοντος”.1

Τα κτίρια προ του 1979 χωρίς μόνωση θεωρείται ότι αποτελούν περίπου το 80% του συνολικού αριθμού των κτιρίων.

Έτσι λοιπόν προκύπτει επιτακτική η ανάγκη προσθήκης θερμομόνωσης ή ενίσχυσης της υπάρχουσας, αν είναι ανεπαρκής.

Το θερμομονωτικό υλικό μπορεί να τοποθετηθεί σε τρεις θέσεις στον εξωτερικό τοίχο.

Μεταξύ δύο δρομικών τοίχων, το σύστημα αυτό διαμορφώνει τον εξωτερικό τοίχο του κτιρίου.

Το απαιτούμενο πάχος του μονωτικού υλικού προκύπτει μετά από μελέτη των δεδομένων κάθε κτιρίου και είναι αντικείμενο μηχανικού.

Η εφαρμογή θερμομόνωσης στα κτίρια αποτελεί μία από τις επεμβάσεις στα πλαίσια της ενεργειακής αναβάθμισης τους με σκοπό τη μείωση κατανάλωσης ενέργειας για θέρμανση και ψύξη.

Οι υπόλοιπες επεμβάσεις αφορούν στη θερμομόνωση της οροφής (δώματος ή στέγης), την αντικατάσταση των κουφωμάτων, την αναβάθμιση του συστήματος θέρμανσης με συστήματα νέας γενιάς εξοικονόμησης ενέργειας.

Γράψτε ένα σχόλιο